ΔΙΑΘΛΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ (ΜΥΩΠΙΑ - ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ - ΥΠΕΡΜΕΤΡΩΠΙΑ)


ΔΙΑΘΛΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ (ΜΥΩΠΙΑ – ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ – ΥΠΕΡΜΕΤΡΩΠΙΑ)

Α. ΜΥΩΠΙΑ

Η μυωπία είναι η διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, κατά την οποία οι ακτίνες του φωτός δεν συγκεντρώνονται στον αμφιβληστροειδή, όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά σε κάποιο σημείο μπροστά από αυτόν. Μπορεί να οφείλεται σε αυξημένο προσθιοπίσθιο άξονα του ματιού (αξονική μυωπία) ή σε αυξημένη διαθλαστική δύναμη του ματιού (διαθλαστική μυωπία) ή σε συνδυασμό και των δύο. Το βασικό σύμπτωμά της είναι η θολή αντίληψη των μακρινών αντικειμένων. Ο μύωπας για να δει καθαρά τα μακρινά αντικείμενα συχνά εκμεταλλεύεται το μηχανισμό του στενοπικού δίσκου μισοκλείνοντας τα μάτια και στενεύοντας τη βλεφαρική του σχισμή. Το μυωπικό μάτι βλέπει τα κοντινά αντικείμενα καθαρά ασκώντας λιγότερη ή καθόλου προσαρμογή (ανάλογα με το βαθμό της μυωπίας του). Η μυωπία συνήθως εμφανίζεται τα πρώτα χρόνια της ζωής και γίνεται αντιληπτή τα πρώτα σχολικά χρόνια, όπου οι ανάγκες του παιδιού επεκτείνονται και στη μακρινή όραση. Η μυωπία αυτή συνήθως ακολουθεί καλοήθη πορεία και μετά από μία προοδευτική αύξηση σταθεροποιείται με την ενηλικίωση. Ωστόσο, σπάνια, είναι δυνατόν η μυωπία να συνεχίσει να αυξάνεται και μετά την ενηλικίωση. Αν η μυωπία αυτή είναι μεγάλου βαθμού (>6 D) και συνοδεύεται από αλλοιώσεις στον βυθό του οφθαλμού, χαρακτηρίζεται ως παθολογική ή εκφυλιστική μυωπία. Η διάγνωση της μυωπίας γίνεται με οφθαλμολογική εξέταση, η οποία πραγματοποιείται από τον οφθαλμίατρο. Η μυωπία μπορεί να διορθωθεί με:

Εμφάνιση ή τυχόν επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας μυωπίας σε προχωρημένη ηλικία συνήθως οφείλεται σε σκλήρυνση του πυρήνα του φακού και αρχόμενο καταρράκτη.

Β. ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

Στον αστιγματισμό, η διαθλαστική δύναμη του ματιού δεν είναι η ίδια σε όλους τους άξονες, με αποτέλεσμα παραμόρφωση που επηρεάζει τόσο την κοντινή όσο και τη μακρινή όραση. Συνήθως οφείλεται σε διαταραχές του σχήματος του κερατοειδούς και σπανιότερα του φακού. Ο αστιγματισμός παραμένει γενικά σταθερός κατά τη διάρκεια τη ζωής. Οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στον τύπο ή τους βαθμούς μπορεί να υποκρύπτει κάποια άλλη σοβαρότερη νόσο και πρέπει να διερευνάται προσεκτικά. Τα συμπτώματα του αστιγματισμού περιλαμβάνουν θόλωση της όρασης και γρήγορη κόπωση των ματιών σε εργασίες που απαιτούν συγκέντρωση, όπως ανάγνωση, οδήγηση, χρήση υπολογιστή κλπ. Η διάγνωση του αστιγματισμού γίνεται με μία απλή μέτρηση της διάθλασης του ασθενούς σε ένα ειδικό μηχάνημα που ονομάζεται διαθλασίμετρο και κατόπιν με μέτρηση της οπτικής του οξύτητας ή με πιο ειδικές εξετάσεις όπως η τοπογραφία του κερατοειδούς. Η αντιμετώπιση γίνεται με τη χρήση γυαλιών ή ειδικών φακών επαφής ή με διαθλαστική επέμβαση (βλ. διαθλαστικές επεμβάσεις). Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι βαθμοί του αστιγματισμού είναι υψηλοί, είναι δυνατόν ο οφθαλμίατρος να μη χορηγήσει την πλήρη διόρθωση του αστιγματισμού, ιδιαίτερα αν ο ασθενής δεν έχει ξαναχρησιμοποιήσει αστιγματικούς φακούς. Ο λόγος είναι ότι, παρόλο που με τη χορήγηση όλων των βαθμών για κάθε μάτι χωριστά επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή οπτική οξύτητα, στην πράξη δημιουργείται ανισοεικονία, η οποία μπορεί να μην είναι ανεκτή από τον ασθενή.

Γ. ΥΠΕΡΜΕΤΡΩΠΙΑ

Υπερμετρωπία λέγεται η διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, κατά την οποία οι ακτίνες του φωτός δεν συγκεντρώνονται στον αμφιβληστροειδή, όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά πίσω από αυτόν. Η υπερμετρωπία μπορεί να οφείλεται σε μικρό προσθιοπίσθιο άξονα του ματιού ή σε μικρή διαθλαστική δύναμη του ματιού ή σε συνδυασμό και των δύο. Στα πρώτα χρόνια της ζωής είναι φυσιολογικό να υπάρχει κάποιου βαθμού υπερμετρωπία, λόγω του μικρού μεγέθους του ματιού. Με τη πρόοδο όμως της ηλικίας και την ανάπτυξη του σώματος η υπερμετρωπία αυτή φυσιολογικά εξαλείφεται. Τα συμπτώματα της υπερμετρωπίας διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία. Στα παιδιά, το εύρος προσαρμογής είναι μεγάλο και δεν παρατηρείται μείωση της όρασης, παρά μόνον όταν η υπερμετρωπία είναι πολύ υψηλή. Επειδή όμως υπάρχει άμεση σχέση προσαρμογής και σύγκλισης των ματιών (εγγύς αντανακλαστικό), η υπερμετρωπία είναι δυνατόν να προδιαθέσει για συγκλίνοντα στραβισμό, καθιστώντας έτσι επιτακτική την ανάγκη για σχολαστική διερεύνηση κάθε διαθλαστικού προβλήματος από ειδικευμένο οφθαλμίατρο. Στους νεαρούς ενήλικες, η υπερμετρωπία εκδηλώνεται είτε με μείωση της κοντινής όρασης είτε με συμπτώματα κόπωσης μετά από παρατεταμένη οπτική εργασία. Σε μεγαλύτερα άτομα, η μείωση της κοντινής όρασης είναι το πρωτεύον σύμπτωμα και επεκτείνεται προοδευτικά και στη μακρινή όραση. Η διάγνωση της υπερμετρωπίας γίνεται με οφθαλμολογική εξέταση, η οποία πραγματοποιείται από τον οφθαλμίατρο. Η αντιμετώπιση της υπερμετρωπίας εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς και από την παρουσία και το είδος των συμπτωμάτων. Γενικότερα, η υπερμετρωπία μπορεί να διορθωθεί με: